Ένα Καλοκαίρι στο Διασορίτη


Ένα Καλοκαίρι στο Διασορίτη(1)

Με την αιγίδα του Τομέα Αρχαιολογίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.  

 
Ο Ιστορικός Όμιλος Νάξου ΑΡΣόΣ, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Τραγαίας και η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου συνδιοργανώνουν στο Χαλκεί της Νάξου έξι συν ένα (6+1) μαθήματα για τη βυζαντινή Νάξο: Διοίκηση, οικονομία, κοινωνία και τέχνη, μέσα από τις μαρτυρίες των μνημείων της κεντρικής Νάξου (Σαγκρή, Χαλκεί, Μονή, Δανακός, Απεράθου).



                                                                                                                           Μνήμη
Ιωάννη Παπαρρηγόπουλου,
Νικολάου Δρανδάκη,
Γεωργίου Δημητροκάλλη, Νίκου Κεφαλληνιάδη

και τιμή
Μυρτάλης Αχειμάστου-Ποταμιάνου,
Χρυσούλας Σταυρινού-Μπαλτογιάννη
και Σταύρου Μπαλτογιάννη

Στα 1932 ο Νίκος Καλογερόπουλος έκπληκτος ανακάλυπτε τριάκοντα πέντε άγνωστους βυζαντινούς ναούς στη Νάξο! Ανακοίνωσε τα ευρήματά του στην Αρχαιολογική Εταιρεία, τον Φεβρουάριο του 1932, και, στη συνέχεια, η ανακοίνωση δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. «Σημαντική αληθώς δια την τέχνην δύναται να θεωρηθή η ύπαρξις μεγάλου πλήθους βυζαντινών ναό εν μία μόνη νήσω» – γράφει. «Και μάλιστα, όταν οι ναοί είναι κατάγραφοι από παλαιοτάτας βυζαντινάς τοιχογραφίας (…) η αποκάλυψις αγνώστων καταγράφων ναών εν Νάξω δύναται να θεωρηθή σπουδαιοτάτη, και μάλιστα ακόμη περισσότερον, εάν ληφθή υπ’ όψιν ο χαρακτήρ, το πλήθος, αι πολλαί χρονικαί περίοδοι, η διάταξις, οι ζωγράφοι και η τεχνική των έργων τούτων». Και λίγο παρακάτω «Ένας νέος αληθώς αγροτικός Μυστράς, πολύ παλαιότερος, απλούται προ ημών εν ερημίαις και όρεσιν με τον απλοϊκόν αυτού χωρικόν χαρακτήρα (…)». Έκτοτε, Ναξιώτες λόγιοι και άλλοι, άκριτα, επαναλαμβάνουν τα του «Μυστρα»! και προσθέτουν σχέδια περί βυζαντινού πάρκου κ. ά.(2)
    Δεν πρόκειται για  ένα νησιώτικο αγροτικό Μυστρά, για τον απλούστατο λόγο ότι όταν διαμορφωνόταν και εξελισσόταν η ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη Νάξο, στο Αιγαίο, ο Μυστράς δεν υπήρχε καν, ούτε σαν υποψία ούτε σαν όνειρο! Υπήρξε ατυχής για τα χρόνια που ακολούθησαν η «έμπνευση» του Νίκου Καλογερόπουλου, γιατί αν για την εποχή του είχε την αιτία της και την αξία της – ο Μυστράς, τότε,  είχε γίνει ήδη «γνωστός» - στις μέρες μας δεν έχει καμιά δικαιολογία η επανάληψή της.(3) Και επειδή «οι ναοί κατοικούν στα χωριά και στην ύπαιθρο, στα πεδινά, στα παραθαλάσσια, και στα ορεινά μέρη»  δεν υπάρχει λόγος για κατασκευή «βυζαντινού πάρκου» αλλά για μια πολιτική ικανή να συλλάβει το χώρο και την ιστορικότητά του. Μάλλον, όλ’ αυτά, μαρτυρούν την αδυναμία των εγχώριων λογίων αλλά και των Ναξίων γενικότερα να αποτιμήσουν και να εκτιμήσουν το εύρος του πολιτισμικού θησαυρού τον οποίο διαθέτουν, με τον οποίο έχουν την τύχη να συμβιώνουν και να συνδιαλέγονται! Ειδικά σ’ αυτά τα τελευταία εντοπίζεται το πρόβλημα.
    Δεν είναι ανάλογη όμως η στάση και η θέση των Ναξίων επιστημόνων απέναντι στην βυζαντινή ιστορία τους, στον πολιτισμό και στο παρελθόν του νησιού τους. O έγκριτος Νάξιος βυζαντινολόγος Γεώργιος Μαστορόπουλος γράφει: «Η νήσος Νάξος […] κατέχει σημαντικότατη θέση στο πλαίσιο της βυζαντινής τέχνης λόγω μεγάλου αριθμού ναών, κυρίως τοιχογραφημένων, αναγόμενων στους πρώιμους, μέσους και ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Η πυκνότητα αυτή δεν παρατηρείται σε κανένα άλλο νησί του Αιγαίου. Η Νάξος υπερέχει και αυτής ακόμα της Κρήτης ως προς τη χρονική έκταση που καταλαμβάνουν τα σωζόμενα μνημεία της. Καμιά άλλη περίοδος στην μακραίωνη ιστορία του νησιού δεν έχει αφήσει τόσο πολλές και τόσο σημαντικές μνημειακές μαρτυρίες όσο η βυζαντινή. Ιδιαίτερα ο ζωγραφικός διάκοσμος συνιστά ένα εντυπωσιακό φαινόμενο μέσα στον ελλαδικό αλλά και στον ευρύτερο χώρο. Με τον πλούτο αυτό δίνεται σαφώς η εντύπωση ότι το νησί είχε τότε εξέχουσα θέση στην περιοχή του Αρχιπελάγους, γεγονός που προκύπτει και από επιγραφικές μαρτυρίες […]».(4)
  Αλλά και η λαμπρή βυζαντινολόγος Μυρτάλη Αχειμάστου Ποταμιάνου έρχεται να επιβεβαιώσει και να ενδυναμώσει τις τοποθετήσεις του Γ. Μαστορόπουλου: «Η Νάξος, γράφει, η μεγάλη κεντρική των Κυκλάδων νήσος, […] με το μνημειακό παρόν της να κρατεί δυνατή στον αιώνα την πνοή των χρόνων που πέρασαν. Είναι από τους λίγους τόπους της ελληνικής επικράτειας που είχαν το προνόμιο να διατηρήσουν σε τόση έκταση τα ιερά τους. Ανάμεσά τους, πολυάριθμες βυζαντινές εκκλησίες και περισσότερο εξωκκλήσια «κατοικούν» στα χωριά και στην ύπαιθρο, στα πεδινά, στα παραθαλάσσια και στα ορεινά μέρη. Με την αρχιτεκτονική, τις τοιχογραφίες, τα γλυπτά και τις επιγραφές που διασώζουν συνθέτουν αδιατίμητη ακόμη στο σύνολο εικόνα της παλαιοχριστιανικής και της βυζαντινής εποχής του νησιού. […] «Σήμαντρα», «μαντατοφόροι», με αλλεπάλληλες ζωγραφίσεις σε αδιάκοπη συνέχεια από τον 7ο ως τον 14ο αιώνα, οι ναοί της Νάξου σωζόμενοι σε μεγάλο αριθμό «κρατούνε τη μορφή του αγέρα / ενώ ο αγέρας έφυγε» (Γ. Σεφέρης, Τρία κρυφά ποιήματα, Αθήνα 1966, σ. 25, 33)».(5)
    Το μνημειακό αυτό σύνολο, ναοί, ζωγραφικός διάκοσμος, επιγραφές, από μόνο του, αποτελεί την «εγκυρότερη ιστορική μαρτυρία»(6) και μας επιτρέπει να ισχυριστούμε ότι η Νάξος δεν έπαψε να κατέχει σημαντική θέση στο διοικητικό, εκκλησιαστικό, οικονομικό αλλά και καλλιτεχνικό πεδίο μεταξύ των νησιών του Κυκλαδικού συμπλέγματος αλλά και μεταξύ των επαρχιών της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι την άλωση της από τις συνασπισμένες δυτικές δυνάμεις (σταυροφορικά στρατεύματα) στα 1204.(7) Επιπλέον, οι επιγραφικές μαρτυρίες στον επισκοπικό ναό της Πρωτοθρόνου για τους κτήτορες και τους επώνυμους κοσμικούς και εκκλησιαστικούς άρχοντες της Νάξου (1052), αναβαθμισμένη στο στρατιωτικό (τούρμα) και στο εκκλησιαστικό πεδίο, επιτρέπουν να συνδεθεί η δημογραφική, οικονομική, κοινωνική και καλλιτεχνική άνθιση με την ίδρυση του θέματος του Αιγαίου και την παρουσία στρατηγού στο νησί.
     Επιβιώσεις ελληνικών και ρωμαϊκών ονομάτων, τοπωνυμίων και η ιστορική σήμανση της περιοχής μαρτυρούν την συνεχή κατοίκηση της Κεντρικής Νάξου.  Μας οδηγούν στην υπόθεση ότι η οικιστική σύνθεση και οργάνωση  της Κεντρικής Νάξου - ιδιαίτερα στην Τραγαία και στ’ Απεράθου - εκτός από τα χωρία, δηλαδή ένα σύνολο κατοικιών που έχουν γύρω τους τα χωράφια και τα αγροκτήματα, περιελάμβανε και τις κτήσεις όπου «αι καθέδραι πολλαί και των οικητόρων αι οικήσεις διεσπαρμέναι και αλλήλων πολύ αποδιηρημέναι ετύγχανον, όπου δηλαδή του εκάστου κτησίδιον έκειτο».(8) 
       Να σημειωθεί ότι η αγιογράφηση των ναών μαρτυρά ενίοτε  τον απόηχο που φτάνει στη Νάξο από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της κεντρικής και υψηλής πολιτιστικής ζώνης, της Κωνσταντινούπολης κυρίως, χωρίς βέβαια να φτάνουν ποτέ στο επίπεδό της, καθώς όλη αυτή η τέχνη που προσλαμβάνεται υλοποιείται στην επαρχία με τον κλειστό, συντηρητικό χαρακτήρα της.(9)
    Στην περίοδο της Λατινοκρατίας, στην περιοχή της κεντρικής Νάξου οι φράγκικες επιδράσεις είναι δυσδιάκριτες έως και ανύπαρκτες και η διαπίστωση αυτή μπορεί να μαρτυρά  μια αφυπνισμένη ορθόδοξη, αν όχι εθνική, συνείδηση.(10)   
    Στην ευρύτερη περιοχή της Τραγαίας, ο μεγάλος σε σχέση με την περιορισμένη εδαφική έκταση, αριθμός ναών, μαρτυρά ότι η περιοχή μπορεί να αποτελούσε τόπο λατρείας για τους εγχώριους κοπιαστές καλλιεργητές στη διάρκεια των ιστορικών χρόνων, από την πρωτοβυζαντινή εποχή έως και ……..
     Μ’ αυτές τις επισημάνσεις αναλάβαμε, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Τραγαίας και ο Ιστορικός Όμιλος Νάξου ΑΡΣόΣ, - με την επιστημονική συνδρομή του Καθηγητού του Παν/μίου Αθηνών κ. Γιώργου Πάλλη και την αρωγή της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, - την πρωτοβουλία να διοργανώσουμε στο Χαλκεί (2-5 Αυγούστου 2018) την εκπαιδευτική-επιστημονική δράση (έξη συν ένα, 6+1, μαθήματα) με θέμα: οικονομία, κοινωνία, διοίκηση και τέχνη στη Βυζαντινή Νάξο, μέσα από τις μαρτυρίες των μνημείων της κεντρικής Νάξου (Σαγκρή, Χαλκεί, Μονή, Δανακός, Απεράθου).
    Η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί αναμφίβολα θετική εξέλιξη για τα πολιτιστικά δρώμενα στο Νησί μας: συμβάλλει στην ανάδειξη του ιστορικού και πολιτιστικού πλούτου της Κεντρικής Νάξου, και, στο μέτρο των δυνατοτήτων της, προσφέρει στους ιστορικούς μια ακόμη ευκαιρία να προσεγγίσουν μέσω των βυζαντινών μνημείων της περιοχής όψεις της κοινωνίας της Νάξου, από την πρωτοχριστιανική-πρωτοβυζαντινή εποχή έως και τον 14ο αι.
      Τέλος, προτείνουμε οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι του Νησιού, τα τοπικά Κοινοτικά Συμβούλια, ο Δήμος Νάξου και Μικρών Κυκλάδων, η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, η Εφορεία Αρχαιοτήτων και το Υπουργείο Πολιτισμού, να αναλάβουν την ευθύνη της κινητοποίησης που σκοπό θα έχει την διοργάνωση βυζαντινολογικού Συνεδρίου παγκοσμίου ενδιαφέροντος, με κέντρο τη Νάξο και το Χαλκεί, επειδή «οι βυζαντινές εκκλησιές συνθέτουν αδιατίμητη ακόμη στο σύνολο εικόνα της παλαιοχριστιανικής και της βυζαντινής εποχής του νησιού»!  
     Αυτή την αδιατίμητη εικόνα δεν θέλουμε και δεν πρέπει να την χάσουμε!!!!

Σημειώσεις
 
1.«Διασορίτης, ο (Χαλκεί). Η τοποθεσία πήρε το όνομά της από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Διασορίτου, που κτίσθηκε τον 11ο αιώνα Οι τύποι Διασορίτης, Διοσιερίτης, Διασορηνός και Διοσιερηνός έχουν ερμηνευθεί από τον Κωνσταντίνο Άμαντο σαν εθνικά του Διός Ιερού της Λυδίας, που κατόπιν ονομάστηκε Πυργίον. Από τον Παχυμέρη (τ. 2 σ. 260) φαίνεται πως στο Διός Ιερόν υπήρχε μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, που η λατρεία του με εικόνες ή με άλλο τρόπο, διαδόθηκε σε πολλούς τόπους. Το τπνμ. απαντά στη Χίο, Αμοργό, Αττική, Καππαδοκία, Λακωνική, Κω. Και στη Σκύρο υπάρχει ο Άγιος Γεώργιος ο Διασουρίτης».  βλ. Αντωνίου Φλ. Κατσουρού,  Τοπωνύμια της Νάξου, Ναξιακόν Αρχείον, 1947. Αναδημοσίευση π. Απεραθίτικα, τ. 2, έτος 2, 1989.
2. Η έννοια του «πάρκου» δεν είναι και τόσο αθώα: παραπέμπει σε ιδιωτικά (προς ίδιον όφελος) συμφέροντα. Ειδικά στις μέρες μας….. Φαντάζεστε την Κεντρική Νάξο πάρκο;;;;!!!!!!;;;;;; Την δύναμη ελέγχου που θα αποκτούσε, για σειρά ζητημάτων, ο «διαχειριστής» του στο νησί;
3. Νίκος Καλογερόπουλος, Τριακονταπέντε άγνωστοι βυζαντινοί ναοί της Νάξου, Νέα Εστία 14, 1933, τ. 159, 160, 161. Αναδημοσίευση π. Απεραθίτικα, τ. 3, έτος Ι, 1988/1989.
 4. Γεώργιος Μαστορόπουλος, Νάξος το άλλο κάλλος. Περιηγήσεις σε βυζαντινά μνημεία, Ελληνικές Ομοιογραφικές Εκδόσεις.
 5. Μυρτάλη Αχειμάστου Ποταμιάνου, Άγιος Γεώργιος ο Διασορίτης της Νάξου. Οι τοιχογραφίες του 11ου αιώνα, Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα 2016.
6. Μανώλης Χατζηδάκης, Εισαγωγή, Νάξος. Η Βυζαντινή τέχνη στην Ελλάδα, εκδ. Μέλισσα.
7. Χρονολογία ορόσημο επειδή η Νάξος, οι Κυκλάδες, αποκόπτονται από τον κορμό της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μετά από εξακόσια (600) χρόνια υποδούλωσης θα μπορέσουν να συμπορευθούν με τους ελεύθερους Έλληνες και να αποτελέσουν μέρος του νέου Ελληνικού Κράτους.
8. Πάρις Γουναρίδης, Η θέση του χωρικού στη Βυζαντινή κοινωνία, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1993.
9. Ν. Δρανδάκης, Οι Παλαιοχριστιανικές τοιχογραφίες στη Δροσιανή της Νάξου, έκδοση του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα 1988.
10. Αλ. Κωσταρέλλη, Η κατάκτηση της Νάξου από τους Βενετούς. Σχέσεις Βενετών και ντόπιων κατοίκων μετά την κατάκτηση. Επιδράσεις στη μνημειακή τέχνη του 13ου και 14ου αι., Φλέα τ. 15, Ιούλιος- Σεπτέμβριος 2007.




ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
                                                                            

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

Εισαγωγή στα μαθήματα Γ. Πάλλης
Δ. Αθανασούλης (Δρ Βυζαντινής Αρχαιολογίας, Προϊστάμενος Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων)
Το έργο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων στα βυζαντινά μνημεία της κεντρικής Νάξου

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018

Κ. Ρούσσος (Δρ. Βυζαντινής Αρχαιολογίας, Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών-ΙΤΕ)
Το πολιτιστικό τοπίο της κεντρικής Νάξου κατά τη Βυζαντινή περίοδο: άνθρωποι - περιβάλλον - υλικός πολιτισμός.
Xρ. Σταυράκος (καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)
Κοινωνία και οικονομία της βυζαντινής Νάξου από αρχαιολογικά τεκμήρια και γραπτές πηγές.


Σάββατο 4 Αυγούστου 2018

Κλ. Ασλανίδης (Δρ. Αρχιτέκτων-Αναστηλωτής Πανεπιστημίου Πατρών)
Εκκλησιαστική αρχιτεκτονική στην κεντρική Νάξο: 5ος-12ος αιώνας.
Γ. Πάλλης (Επίκουρος Καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών)
Μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη και ανάγλυφα από την κεντρική Νάξο: επισκόπηση και ερμηνεία.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018
Δ. Κωνσταντέλλου (υποψήφια Δρ. Βυζαντινής Αρχαιολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών)
Διαβάζοντας τις βυζαντινές τοιχογραφίες της κεντρικής Νάξου: η κοινωνική και πολιτισμική διάσταση.
Στ. Λεκάκης (Δρ. Κλασικής Αρχαιολογίας, Research Fellow, McCorde Center, Newcastle University)
Διαχείριση βυζαντινών μνημείων στη Νάξο: το πλαίσιο και η δυναμική. Κ.
Στην πλατεία των Ακαδήμων, 8 μμ.


Νίκος Μοσχονάς: Περί ονόματος ή λογικά ολισθήματα και μονομερής μεγαθυμία


Αποτελεί πραγματικά παράδοξο (αλλά όχι σπάνιο) φαινόμενο η χρησιμοποίηση από ορισμένους διανοούμενους ορθών θέσεων με λαθεμένες συσχετίσεις, που οδηγούν αναγκαστικά σε παραπλανητικούς συλλογισμούς. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απλό λογικό ολίσθημα, ως απόρροια ατελούς γνώσης των δεδομένων ή ως επιφανειακή προσέγγιση ενός προβλήματος ή ακόμη και ως συνειδητή προσπάθεια εκτροπής της κοινής γνώμης. Στην περίπτωση του «Μακεδονικού ζητήματος» ξενίζει και προκαλεί απορίες η διαπίστωση ότι εκπρόσωποι της δυτικής διανόησης μετέρχονται συχνά σε αναλύσεις τους τέτοια πρακτική.
Φυσικά θα συμφωνήσω με τον ιστορικό Πιερ Βιντάλ-Νακέ (Κυριακάτικη, 12.6.1994), ότι είναι επικίνδυνο να υπερασπίζεται κανείς σήμερα μια εθνικιστική θέση στο όνομα μιας αρχαίας παρουσίας. Επικίνδυνο και ανώφελο. Άλλωστε, η Ελλάδα ποτέ δεν επιδίωξε να διεκδικήσει την Αλεξάνδρεια ή τη Μασσαλία, όπως απλοϊκά χαριτολογώντας σημειώνει ο Γάλλος ιστορικός. Ούτε έθεσε ποτέ ως στόχο τη διεκδίκηση άλλων μεσογειακών εδαφών, όπου είχε ακμάσει το ελληνικό στοιχείο κατά την αρχαιότητα και τον μεσαίωνα και όπου ακόμη ακούγεται η ελληνική φωνή. Το αντίθετο έχει συμβεί. Η Ελλάδα έχασε περιοχές που αποτελούσαν εθνικές κοιτίδες και απ᾽ όπου διώχθηκε ο ελληνισμός μπροστά στα μάτια του δυτικού κόσμου. Μήπως θα θεωρηθεί εθνικισμός ακόμη και η ιστορική μνήμη; Είναι φανερό, ότι ο δυτικός κόσμος, που δεν έχει χάσει παρά μόνον τις αποικίες του, δυσκολεύεται ή δεν θέλει να κατανοήσει τα προβλήματα που δημιουργούνται από τέτοιες ρευστότητες.
Επίσης συμφωνώ, ότι το σημερινό όνομα της Γαλλίας (France) προέρχεται από το όνομα του γερμανικού φύλου των Φράγκων και φυσικά θα ήταν παράδοξο οι σημερινοί κάτοικοι της γερμανικής Φραγκονίας να αμφισβητούν στους Γάλλους το δικαίωμα να αποκαλούνται με το εθνικό του όνομα Φράγκοι (Français). Γιατί στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για δανεισμό ή για υπεξαίρεση ξένου ονόματος, αλλά για διατήρηση του αρχικού εθνικού ονόματος ενός λαού και την επέκτασή του σε όλη τη χώρα που κατέκτησε.
Το αντίθετο συμβαίνει στην περίπτωση της προσκόλλησης του νεοσύστατου κράτους των Σκοπίων στο όνομα της «Μακεδονίας». Κανείς δεν έχει αντίρρηση ο λαός που κατοικεί τη χώρα να αποκληθεί με το εθνικό του όνομα (και κανένας λαός δεν πρέπει να απορρίπτει το εθνικό του όνομα, όποιο κι αν είναι). Αλλά αποτελεί ατόπημα η υπεξαίρεση ξένου εθνικού ονόματος με το πρόσχημα της γεωγραφικής αντιστοιχίας. Πρώτα απ᾽ όλα είναι γνωστό, ότι στον γεωγραφικό χώρο όπου εκτείνεται το κράτος των Σκοπίων, περιλαμβάνεται μικρό μόνον τμήμα της βόρειας Μακεδονίας, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του χώρου αυτού αντιστοιχεί στις περιοχές που έφεραν τα ονόματα της Παιονίας και της Δαρδανίας. Το κράτος, λοιπόν, αυτό όχι μόνον δεν ταυτίζεται με τον πολύ ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας, αλλά ούτε καν αποτελεί στο σύνολό του μακεδονικό έδαφος, ώστε να του επιτρέπεται, κατά γεωγραφική έστω παραχώρηση, η χρήση του ονόματος της Μακεδονίας και μάλιστα με τάσεις διεκδίκησης της αποκλειστικότητας του ονόματος αυτού. Φαίνεται ότι το στοιχείο αυτό δεν έχει γίνει αντιληπτό από τους δυτικούς.
Θα συμφωνούσα, βέβαια, ότι γενικά η ονομασία θα μπορούσε να μην έχει καμιά σημασία. Ο Σαίκσπηρ είχε αμφισβητήσει τη σημασία του ονόματος λέγοντας χαρακτηριστικά, ότι «αυτό που αποκαλούμε ρόδο με οποιοδήποτε άλλο όνομα θα μύριζε το ίδιο γλυκά» (Ρωμαίος και Ιουλιέττα). Ωστόσο, στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με ρόδο αλλά μάλλον με αγκάθι. Κι επειδή τα ονόματα έχουν τη δική τους σημαντική, είναι αδύνατο να ονομάσουμε το αγκάθι ρόδο, χωρίς να δημιουργήσουμε σύγχυση. Εκτός κι αν στόχος μας είναι να δημιουργηθεί σύγχυση, ώστε να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένες σκοπιμότητες.
Είναι γνωστό, ότι το κράτος των Σκοπίων κατοικείται από σύνολο εθνοτήτων με αριθμητικά επικρατέστερο το σλαβικό στοιχείο. Η επιβολή του σλαβικού εθνικού ονόματος στο σύνολο του πληθυσμού είναι ανέφικτη, διότι θα προκαλούσε οξύτατες αντιδράσεις στα ετερογενή μη σλαβικά στοιχεία, που θα οδηγούσαν πιθανότατα σε αυτονομιστικά ή ακόμη και αποσχιστικά κινήματα. Πολιτικά, λοιπόν, σκόπιμο είναι να χρησιμοποιηθεί ένα ουδέτερο όνομα, που θα μπορεί να καλύπτει όσο το δυνατόν ανώδυνα το σύνολο του πληθυσμού της χώρας. Από την άποψη αυτή το όνομα της «Μακεδονίας» με την πολλαπλή δυναμική του ανταποκρίνεται πλήρως στο κρίσιμο αίτημα. Βέβαια, το ίδιο καλά ανταποκρίνονται και άλλα ονόματα, όπως το επίσης αρχαίο όνομα της «Παιονίας» ή το λιγότερο εντυπωσιακό όνομα του «Άνω Αξιού». Όμως, τα ονόματα αυτά ή οποιοδήποτε
άλλο δεν ανταποκρίνονται στο κυριότερο αίτημα της πολιτικής των Σκοπίων, που εκφράζεται με την αλυτρωτική προπαγάνδα σε βάρος της πραγματικής Μακεδονίας. Είναι πασιφανές ότι οι βόρειοι γείτονες γνωρίζουν σαφέστατα ότι το όνομα είναι το όχημα της εθνικιστικής πολιτικής και γι᾽ αυτό επιμένουν στη χρήση του. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο να πιστέψουμε «ότι το πρόβλημα της ονομασίας είναι ένα πρόβλημα απολύτως άνευ σημασίας», όπως μεγαλόψυχα τονίζει ο ιστορικός Πιέρ Βιντάλ-Νακέ.
Όπωσδήποτε, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απόλυτα μαζί του, ότι είναι «θλιβερό Έλληνες και Σλάβοι να αλληλοσπαράζονται γύρω από ένα όνομα». Θλιβερό και απαράδεκτο. Αντί, λοιπόν, οι δυτικοί διανοούμενοι και οι ιστορικοί να προσπαθήσουν να πείσουν τους Έλληνες να παραιτηθούν από τα ιστορικά τους δικαιώματα (χρησιμοποιώντας μάλιστα ως όπλο θωπείες του τύπου «Η Ελλάδα, μια χώρα με μεγάλο παρελθόν, είναι σε θέση να αποφύγει τέτοιες εθνικιστικές εξάρσεις») ας προσπαθήσουν καλύτερα να πείσουν τους συμπαθείς γείτονές μας να εκτιμήσουν περισσότερο την πραγματική τους ιστορία και το εθνικό τους όνομα, όποιο κι αν είναι, και να αφήσουν το μακεδονικό όνομα στους νόμιμους κατόχους του. Έτσι θα αποφευχθεί και το οξύμωρο σχήμα να φέρουν το ίδιο εθνικό όνομα με τη βυζαντινή δυναστεία των Μακεδόνων αυτοκρατόρων, που την εκπροσώπησε περίλαμπρα ο Βασίλειος ο Β´, νικητής του Σαμουήλ που οι Σλάβοι των Σκοπίων θεωρούν εθνικό τους ηγεμόνα.
Ως προς το ζήτημα αν οι Μακεδόνες κατά την κλασική εποχή θεωρούνταν Έλληνες, πράγμα που τόσο έντονα αμφισβητεί ο Βιντάλ-Νακέ, πιστεύω ότι η απάντηση έχει ήδη δοθεί από τον Ηρόδοτο που βεβαιώνει ότι ήταν ομογενείς και προπάτορες των Δωριέων (Ι, 56 και VΙΙΙ, 43), που κατ᾽ αυτόν ήταν οι κατ᾽ εξοχήν Έλληνες. Άλλωστε, ο βασιλιάς των Μακεδόνων Αλέξανδρος Α´ που είχε περίτρανα διακηρύξει προς τους Πέρσες, ότι ήταν «ἀνὴρ Ἕλλην» (Ηρόδοτος V, 20), είχε πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες του 496 π. Χ. (είναι γνωστό ότι μόνον Έλληνες γίνονταν δεκτοί στους αγώνες αυτούς) και για τη νίκη του υμνήθηκε από τον Πίνδαρο. Όλα αυτά είναι πασίγνωστα και αδιαμφισβήτητα.
Είναι φανερό, ότι το πρόβλημα δεν είναι απλά και μόνον αν θα επιτραπεί στο κράτος των Σκοπίων η χρήση του ονόματος της Μακεδονίας, αλλά να διαπιστωθεί και να αποκαλυφθεί η σκοπιμότητα που επιβάλλει αυτή την επιλογή και την εμμονή σ᾽ αυτή. Σεβόμαστε τη σκέψη των δυτικών διανοητών και σε πολλά σημεία συμμεριζόμαστε τις ανησυχίες τους. Όμως, δεν είναι δυνατόν να μην επισημάνουμε ορισμένα μικρά, αλλά ουσιώδη, λογικά ολισθήματα και την επιζήτηση μιας μονομερούς μεγαθυμίας για την επίλυση αυτού του ακανθώδους πολιτικού ζητήματος.

[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Περίπλους», τεύχος 40, Καλοκαίρι 1995].


Τεύχος 56 περιοδικού «Φλέα»

Το τεύχος 56 Οκτώβρης-Δεκέμβρης 2017 του π. Φλέα εκδόθηκε και μπορείτε να το διαβάσετε εδώ (σε μορφή .pdf).